Τα κοπρόσκυλα Του Δημ. Σ. Αθανασόπουλου (Περιοδικόν "Πολιτικά θέματα", 28 Απρ. 1995) ΑΝΕΞΑΓΟΡΑΣΤΟ λάθος του κ. Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας είναι ότι κατέρριψαν τα αναχώματα και άνοιξαν τους δρόμους για την κυριαρχία σε όλο το εύρος της δημόσιας ζωής ανθρώπων που σε κάθε συγκροτημένη και αξιοσέβαστη κοινωνία δεν τολμούν να εμφανισθούν δημόσια και κανείς δεν τούς ανέχεται: είναι οι μισομορφωμένοι, οι αορίστως καλλιτεχνίζοντες και οι συμπλεγματικοί προπάντων και τελικώς οι ανάξιοι και τα κατακάθια. Όλοι αυτοί, βέβαια, υπάρχουν παντού και πάντα, κατέχουν όμως τη θέση που τούς ταιριάζει. Στην ελληνική κοινωνία ξεμύτισαν στο τέλος της δεκαετίας του '70 και από το 1981 πήραν φτερά. Όλα οργανώθηκαν από τότε μεθοδικά κι όλα λειτουργούν για να τούς ανοίξουντους δρόμους. Το μέλλον τούς ανήκει· έχουν όλα τα δικαιώματα, υποχρέωση καμμιά· γίναμε όλοι ίδιοι, και η ισοπέδωση έχει πραγματοποιηθεί στο χαμηλότερο επίπεδο. Η αναξιότητα επιβραβεύεται και η αυθάδεια θριαμβεύει. Τα όπλα της; Είναι προ πάντων και σχεδόν μόνο κατεδαφιστικά: ό,τι μένει όρθιο πρέπει να γκρεμιστεί. Κι όσο περισσότερο κατεδαφίζει κανείς, τόσο πιο ανοιχτόμυαλος, αποδεσμευμένος και προοδευτικός φαντάζει. Μια κοινωνική μάστιγα. Η καλύτερη, η πιο εκλεπτυσμένη έκδοση αυτού του ανθρώπινου τύπου είναι ο κ. Νίκος Δήμου. Ενδιαφέρουσα περίπτωση ανθρώπου που τυρβάζει περί πολλά χωρίς πουθενά να σταθμεύει: φιλοσοφία, ποίηση, πεζογραφία, μελέτες και άρθρα και δοκίμια κάθε λογής (κοινωνιολογικά, λογοτεχνικά, πολιτικά, ιστορικά), σάτιρα, ακόμη και φωτογραφία - ένας παντεπόπτης. Το θέατρο προς το παρόν τού ξεφεύγει, αλλά μην αμφιβάλλετε πως θα τόν δούμε κι εκεί... Πρακτικός άνθρωπος, που καταλαβαίνει την αξία του γρήγορου αποτελέσματος και τό κυνηγάει, φιλόδοξος, εγκυκλοπαιδικός και touche-a-tout, έχει σφραγιστεί και στην έκφραση και στη σκέψη από τον τρόπο και τη λογική, τη σπασμωδικότητα και τη σχηματοποίηση των κόμικς και των κινουμένων σχεδίων. Η συνθετική του ικανότητα είναι εφάμιλλη αυtής που χρειάζεται για ένα φανταχτερό άρθρο ή καλύτερα μια συνέντευξη στο "Penthouse", στο "Playboy" ή στη "Γυναίκα". Με άνεση και σπινθηροβολία λόγου επί παντός επιστητού, τόν φαντάζεται κανείς να τήν επιδεικνύει στο κατάστρωμα πολυτελούς θαλαμηγού ή με το ουίσκι στο χέρι, όσο εύκολα σπεύδει να τήν απλώσει και στα απειράριθμα δημοσιεύματά του υπό μορφήν βιβλίου (γιατί βιβλία, βέβαια, δεν είναι). Όπως όλοι όσοι γράφουμε, όλο του το μέτρο τό έχει δώσει εκεί: η σκέψη του διατηρείται μόνιμα σε στάθμη ίσου και ρηχού βάθους, αλλά με στιγμιαίες εκλάμψεις, σύντομες φράσεις σκορπισμένες, εδώ κι εκεί, που δίνουν την εντύπωση πως σώζουν τα γραφτά του από την κοινοτοπία. Καθώς φιλοδοξεί να καλύψει μεγάλα θέματα και πλατιά πεδία λακωνίζοντας, εμφανίζεται κομματιασμένος και δογματικός, σπασμωδικός και λαμπερός συγχρόνως, κοντόπνοος όμως, λίγο snob και κάπως πηδηχτούλης (sautillant). Κοντολογίς, ένας παρακμιακός, ερασιτέχνης με τη διπλή σημασία της λέξης, άβαθος, βιαστικός και τελικά "λίγος". Για να επιβιώσει, τέτοιος άνθρωπος, χρειάζεται ένα προπάντων: να είναι συνεχώς παρών και να συγκεντρώνει συνεχώς επάνω του τα φώτα της δημοσιότητας. Έχοντας διαπρέψει στην διαφήμιση, ο κ. Νίκος Δήμου εργάζεται γι' αυτό μεθοδικά: εκδίδει το ένα βιβλίδιο μετά το άλλο με ρυθμό φρενήρη και επιδίδεται από όλα τα ραδιοτηλεοπτικό μέσα, τα περιοδικά και τις εφημερίδες που τού παρέχουν το κατάλληλο βήμα, στην εκτόξευση των αποφάσεών του. Για να εντυπωσιάζουν, πρέπει να είναι λακωνικές και προπάντων βέβηλες. Οι πολλές εξηγήσεις και οι αποχρώσεις στη σκέψη δεν είναι ειδικότητα του κ. Δήμου· ειδικότητά του είναι η τσεκουριά. Στιγμιαία και κατεδαφιστική. Έτσι, τόν έχουμε ακούσει να λέει πως "η πατρίδα σαν ιδέα είναι κάτι κακό και επικίνδυνο", πως ο Παλαμάς δεν τοποθετείται καν "ούτε στους πρώτους είκοσι" ποιητές μας, πως η ελληνική εθνική ταυτότητα είναι "σαθρό και επικίνδυνο ιδεολόγημα". Σ' αυτές τις τσεκουριές, που γκρεμίζουν συθέμελα ό,τι ελληνικό, ο κ. Δήμου πρόσθεσε και μια τελευταία. Από τις στήλες της "Καθημερινής" (μάλιστα...) χρησμοδότησε την παραμονή της εθνικής μας εορτής πως "οι μεγαλύτεροι οπλαρχηγοί του '21 ήσαν Αρβανίτες, δηλαδή Αλβανοί, περιφρονημένοι Αλβανοί που δεν μιλούσαν καν ελληνικά. Και πως η Ορθόδοξη Εκκλησία όχι μόνο δεν ευλόγησε την Επανάσταση, αλλά τήν πολέμησε και προσπαθησε να την καταπνίξει". Μια τσεκουριά, για να είναι αποτελεσματική, έτσι πρέπει να πέφτει: τολμηρά και ψύχραιμα, σαν το λεπίδι της καρμανιόλας - κι ό,τι γίνει... Με επιστολή του στην Καθημερινή της 11.4.95, ο κ. Δήμου προσκομίζει τις αποδείξις του για όλα αυτά τα τερατώδη. Επικαλείται την "Πατρική διδασκαλία", τον αφορισμό του Υψηλάντη και άλλων από το Πατριαρχείο, τις αντιρρήσεις των δεσποτάδων για την κήρυξη της Επανάστασης. Πρόχειρος όμως, παρατακτικός και επιπόλαιος καθώς είναι, δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να τοποθετήσει σωστά και να ερμηνεύσει αυτά τα στοιχεία. Δεν ελπίζω πως είναι ικανός να το κάνει, αφού όσα γράφει δείχνουν πως μπερδεύεται και στα πιο απλά: τοποθετεί τον Πατριάρχη Γρηγόριο επικεφαλής της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (δεν το ξέρατε; ), και, έχοντας πιστέψει το πρώτο βιβλίο που διάβασε, τού αποδίδει (από πού κι ώς πού; ) την πατρότητα της "Πατρικής διδασκαλίας". Τα ίδια με τους Αρβανίτες: σημειώνει μερικά πρωτογενή στοιχεία και, χώρίς να τά έχει αναγάγει σε σφαίρα ανώτερη όπου η έννοιά τους ξελαμπικάρει, βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα. Έτσι, στον αέρα. Η απλουστευτική αυτή μέθοδος και τα κατεδαφιστικά της αποτελέσμαtα είναι (δεν θα κουραστώ να το λέω) η σημερινή μορφή του σκοταδισμού, που καταλέγεται στα σταθερά στοιχεία της ελληνικής ιστορίας. Άλλοτε τόν ενσάρκωσαν προύχοντες, άλλοτε πλούσιοι, άλλοτε δάσκαλοι, άλλοτε καλόγεροι και παπάδες. Σήμερα τόν ενσαρκώνουν οι προοδευτικοί διανοούμενοι της καρπαζιάς. Η ανασκευή των φληναφημάτων τους είναι εύκολη, και θα τήν κάνω. Όχι για να διδάξω το παραμικρό (πώς θα τολμούσα; ) τον κ. Δήμου αλλά για να καθαρίσω την αυλή μου. Υπάρχουν συμπαθέστατα τετράποδα, εκπαιδευμένα από αφεντικά ενσυνείδητα για να μη βρωμίζονν όπου βρεθούν. Υπάρχουν όμως και κοπρόσκυλα. Ανοίγεις την πόρτα σου το πρωί και οι χειρότερες εκπλήξεις σέ περιμένουν. Τί να κάνεις; Παίρνεις τη σκούπα και το φαράσι και καθαρίζεις το κατώφλι σου, δεν ψάχνεις να βρεις και να συνετίσεις τα κοπρόσκυλα. Οι άνθρωποι οι βέβηλοι, αυτοί, κοπρίζουν με τα λόγια τους και τις πράξεις τους. Μια επανόρθωση, λοιπόν, δεν είναι ποτέ περιττή. Τήν επιβάλλει στοιχειώδης ανάγκη δημοσίας υγιεινής. ---------------------------------------------------------------------- Η Εκκλησία στην Τουρκοκρατία και τις παραμονές του '21 Του Δημ. Σ. Αθανασόπουλου (Περιοδικόν "Πολιτικά θέματα", 12 Μαΐου 1995) Για να κρίνει κανείς ακριβοδίκαια τον ρόλο της Εκκλησίας σtην περίοδο της Τουρκοκρατίας και στις παραμονές του '21 (γιατί η συμβολή της στον αγώνα, από την ώρα που ξέσπασε η Επανάσταση και ως το τέλος, δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά ποτέ), πρέπει να τοποθετηθεί σε αυτό το ευρύ πλαίσιο, φωτίζοντας τις επιμέρους πρωτoβουλίες κατά το πνεύμα που τίς διείπε στην εποχή τους και με τα κριτήρια που είχαν τότε υιοθετήσει οι πρωταγωνιστές. Αποτιμώντας τις πράξεις της Εκκλησίας, των Φαναριωτών, των διαφωτιστών και του Κοραή με τα σημερινά, τα δικά μας κριτήρια και με αξιολογικές καπηγορίες που τούς ήσαν ξένες και ίσως άγνωστες, διαβάζουμε την ιστορία ιδεολογικά και τήν παραμορφώνουμε. Δεν είναι δίκαιο, δεν οδηγεί πουθενά και καταλήγει σε συνολική εικόνα του παρελθόντος εξαμβλωματική και σε τοπoθετήσεις των προσώπων πέρα για πέρα λανθασμένες. Με τέτοια κριτήρια, τον Κοσμά τον Αιτωλό (που κήρυττε πως "εσήκωσεν ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και έφερε τον Τούρκο μέσα από την Ανατολή και του τό έδωκε διά το ειδικόν μας καλόν") μπορούμε εύκολα να τόν χαρακτηρίσουμε εθελόδουλο· τον Κοραή και τον Καποδίστρια που θεωρούσαν ανώριμη, εντελώς ακατάλληλη την ώρα της Επανάστασης, ολιγόπιστους και σχεδόν προδότες! Και όμως, τέτοια κριτήρια εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να χρησιμοποιούν μερικοί προοδευτικοί διανοούμενοι της καρπαζιάς για να στιγματίσουν τη στάση της Εκκλησίας στην Τουρκοκρατία και στις παραμονές της Επανάστασης. Ξεχνούν τους ιδεολογικούς αγώνες της εποχής και τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες ήταν αναγκασμένη να ενεργεί. Είτε επειδή είναι αγράμματοι ή ανιστόρητοι, είτε επειδή έτσι τούς εξυπηρετεί ιδεολογικά και πολιτικά. Κατακρίνουν π.χ. τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε' ότι καταδίκασε τo κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη και τόν αφόρισε, καθώς και τον Μιχαήλ Βόδα. Ξεχνούν ότι στον Πατριάρχη-Μιλλέτμπαση ζήτησε τον αφορισμό ο ίδιος ο Σουλτάνος, προσωπικά, όταν τόν κάλεσε ειδικά γι' αυτό να παρουσιασθεί μπροστά του και να τού δώσει εξηγήσεις· πως αναγκασμένος να τόv εξαπολύσει, ο Γρηγόριος έζησε το χειρότερο μαρτύριο· πως τό υπέστη για να αποτρέψει χειρότερα δεινά και πως τα χειρότερα τά απέτρεψε πράγματι, δεν έσωσε όμως τελικά ούτε τη ζωή του ούτε τη ζωή πολλών άλλων κληρικών και προυχόντων της Πόλης. Ήταν η πράξη του προδοτική; Όποιος τό πει, ας αναλογισθεί πρώτα τον εαυτό του στο στόμα του λύκου, τον Βαρθολομαίο σήμερα στα καλοβαμμένα μακριά νύχια της κυρίας Τσιλλέρ, τον Αναστάσιο κάτω απ' το πέλμα του Μπερίσα... Κι ας μιλήσει αντρίκεια. Τόν καεακρίνουν και για την "Πατρική διδασκαλία" του 1798, κήρυγμα υποταγής στους Τούρκους εντελώς άσχετο με την κήρυξη της Επανάστασης, σχετικό όμως με τον αναβρασμό που είχαν προκαλέσει στον ελληνικό χώρο η επαναστατική κίνηση και οι ανατρεπτικές ιδέες της εποχής, ανάμεσά τους και οι ιδέες του Ρήγα. Με το κείμενο αυτό ο Γρηγόριος δεν έχει σχέση, ούτε και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Άνθιμος που φέρεται να τό έχει υπογράψει. [Σημ. Φ.Μ. Κατ' άλλους, βεβαίως και έχουν σχέση. Μάλλον κάνει λάθος εδώ ο Δ.Σ.Αθ.] Είναι έργο του Αθανασίου Παρίου, αρχηγού των Κολυβάδων της εποχής, ανθρώπου αξιολογότατου αλλά ακραίου φανατικού της ελληνορθόδοξης τάσης. Κανείς ποτέ δεν βρέθηκε να υπερασπίσει αυτό το κακό κείμενο, μόνον ο ίδιος ο Πάριος τό έκανε με μεταγενέστερες συγγραφές του, για να αντεπεξέλθει στον μαστιγωτικό έλεγχο του Κοραή που τού αντέταξε, το 1798 κιόλας, την "Αδελφική διδασκαλία" του. Το ολίσθημα όμως ενός φανατικού, μπορεί άραγε να σπιλώσει την Εκκλησία ολόκληρη; Όποίος απαντήσει θετικά θα πρέπει, αν είναι τίμιος, να καταδικάσει ολόκληρο το κίνημα του Διαφωτισμού για όσα ολέθρια εκήρυξε όχι ο τυχών, αλλά ο ίδιος ο αρχηγέτης, ο σοφός Κοραής. Ο Κοραής έκανε βαρύτατα λάθη και ο Αθανάσιος Πάριος επίσης· η διαφορά είναι πως τα λάθη του Κοραή είχαν συνέπειες κολοσσιαίες που τίς πληρώνουμε ακόμη ενώ τou Πάριου καμμιά, ούτε την παραμικρή. Όπως και να 'ναι, ούτε το συνολικό κίνημα του Διαφωτισμού ούτε η Εκκλησία και οι ηγέτες της υπήρξαν κατώτεροι των προσδοκιών του Γένους. Τελευταίο επιχείρημα: η αντίδραση των δεσποτάδων της Πελοποννήσου, κυρίως και πρώτου απ' όλους του Παλαιών Πατρών Γερμανού, για την κήρυξη της Επανάστασης στην ημερομηνία που ήθελε ο φλογερός Παπαφλέσσας. "Άρπαγα, απατεώνα και εξωλέστατο" τόν χαρακτήρισε κατάμουτρα ο Γερμανός στην ιστορική συγκέντρωση των προεστών της Πελοποννήσου που έγινε στη Βοστίτση (Αίγιο). Είχε άδικο; Ας διαβάσουμε καλλίτερα την βιογραφία του αρχιμανδρίτη Δικαίου, θα μάθουμε πολλά... Και προπάντως ας εξετάσουμε γιατί ο Γερμανός παραφέρθηκε. Τό έκανε όταν βεβαιώθηκε πως ο ασυγκράτητος από πατριωτικό ενθουσιασμό Παπαφλέσσας προσπαθούπε να παρασύρει με διαβεβαιώσεις ανακριβείς και στοιχεία ψεύτικα, εντελώς ατεκμηρίωτα, τους προκρίτούς σε επαναστατική δράση ασυλλόγιστη. Τις συνέπειες των Ορλωφικών ο Γερμανός τίς είχε ζήσει, και οι άλλοι πρόκριτοι επίσης, ο Παπαφλέσσας όχι. Αυτός ήταν ολόκληρος ένας αναμμένος δαυλός και ότι κατόρθωσε τελικά να βάλει φωτιά στον Μωρηά απ' άκρη σ' άκρη τόν δικαιώνει, δεν καταδικάζει όμως ούτε τον Γερμανό ούτε τους άλλους δεσποτάδες και προκρίτους, που ήσαν επιφυλακτικοί. Δίστασαν, είναι βέβαιο, όχι όμως από λιποψυχία, αλλά από ανώτερο αίσθημα ευθύνης. Και όταν ο κύβος ερρίφθη, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, όλοι. Γράφει ο Κολοκοτρώνης: "Ως μία βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμεν εις αυτό το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάσταση". Χρειάζονται και οι δύο λέξεις για τους Αρβανίτες. Δύο λέξεις μόνο, γιατί τί είναι οι Αρβανίτες, πώς διακρίνονται από τους Αλβανούς, ότι είναι Έλληνες κ.τ.λ., τά βρίσκει κανείς σε οποιοδήποτε λεξικό της προκοπής. Θα θύμωναν πολύ οι Μποτσαραίοι, οι Τζαβελλαίοι, οι Κουντουριώτηδες, ο Μιαούλης, οι συχωριανοί μου στο Μάζι (Πολυδέντρι) ή στο Καπανδρίτι και ο μακαρίτης ο Τσεβάς αν τούς έλεγε κανείς Αλβανούς κι όχι Αρβανίτες, Έλληνες δηλ. γνήσιους και φανατικούς ως το κόκκαλο! Δεν χρειάζεται να επεκταθώ, αξίζει μόνο να θυμίσω δύο φράσεις, δύο άρθρα από το Σύνταγμα του Ρήγα και το πρώτο επαναστατικό Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822). Ορίζει ο Ρήγας: "Ο αυτοκράτωρ (κυρίαρχος) λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένιοι, Τούρκοι και κάθε άλλο είδος γενεάς". Είναι η αντίληψη της πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Την ελλαδική ανείληψη διερμηνεύει το Σύνταγμα της Επιδαύρου: "Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων". Καμμιά απ' αυτές τις διατυπώσεις δεν γεννά την υποψία πως το '21 υπήρχαν ανάμεσα στους προγόνους μας "περιφρονημένοι Αλβανοί" - ότι η έκφραση αυτή (που έχει, στην συνάφεια όπου χρησιμοποιήθηκε, προεκτάσεις τεράστιες) γράφτηκε από Έλληνα το 1995, είναι δυστύχημα... Και τo γεγονός ότι μερικοί Αρβανίτες δεν μιλούσαν ελληνικά, δεν σημαίνει τίποτε: ώς πριν από 50 χρόνια, ελληνικά δεν μιλούσαν ούτε στο χωριό όπου ζω, τριάντα χιλιόμετρα από την Ομόνοια. Αποκλείοντάς τους από το ελληνικό σύνολο, καθώς (γιατί όχι; ) και τους Βλάχους, και τους Σαρακατσάνους, και τους Αρωμάνους, και τους Τσιγγάνους, και τους Πομάκους, και τους..., και τους..., υποθάλπουμε, μετά τον Ελλαδισμό που έχει από πολλού θριαμβεύσει, τον ακραιφνή αθηναϊσμό, που είναι το έσχατο στάδιο της ελληνικής κατάπτωσης. Οι προοδευτικοί διανοούμενοι της καρπαζιάς, σκοταδιστές του καιρού μας, είναι ικανοί να φθάσουν ανέμελα ως κι εκεί. Χωρίς ντροπή. Και εvαντίοv τους δεν ξεσηκώνεται κανείς.