Επιστολή του υιού του Εμμανουήλ Παπά Αναστασίου προς τον αδελφόν του Αθανάσιον Βιέννη 18 Απριλίου 1821 Αγαπημένε μου Αδελφέ, Σου έγραψα προ ημερών και χθές εν παρόδω για την απόφασή μου να αναχωρήσω. Επειδή όμως σκέφθηκα, ότι μπορεί να το εθεώρησες για αστείο, γι' αυτό είμαι αναγκασμένος να σου στείλω σήμερα γράμμα με ειδικό ταχυδρόμο και να σε πληροφορήσω για την αλήθεια του σκοπού μου και έτσι να κανονίσης, όπως είναι συμφερώτερο, πολυαγαπημένε μου. Εiναι ένας μήνας τώρα που δεν είχα ησυχία ούτε στιγμή. Είχα στρέψει όλη την προσοχή μου στην τωρινή κατάσταση και ήθελα να βρω ένα μέσο για να ικανοποιήσω τον εαυτό μου και γενικά την οικογένειά μου. Αλλά όλον τον καιρό στάθηκε αδύνυτον, να προτιμήσω την ματαιότητα και να παραμερίσω το ένδοξο γεγονός του αιώνος. Μια γυναικεία μορφή στεκόταν πάντα μπροστά στα μάτια μου θλιμμένη, κλαμένη, πληγωμένη, βαριά αλυσοδεμένη. Πάντα με κύτταζε με βλέμμα απλανές χωρίς να μου μιλεί. Αλλά τέλος, πριν από λίγες μέρες μου είπε θυμωμένη. "Παιδί μου, πάψε πια να είσαι σκυθρωπός. Πάψε να είσαι μόνον Αναστάσιος Εμμ. Παπά, ο γιος του καλού σου πατέρα. Είσαι ένας Μακεδόνας και το καθήκον σε καλεί. Αίσχος και ανεξίτηλη ντροπή θα είναι για σένα, εάν μείνης αδιάφορος σ' αυτήν την ευκαιρία. Εμπρός λοιπόν αγαπημένο μου παιδί δείξε πως είσαι ένας Μακεδόνας. Γίνου ένας Αριστόδημος και κάτω από αυτό το όνομα πολέμα για την Πατρίδα. Μη φοβάσαι τι θα πουν οι συγγενείς σου. Η μητέρα σου, ο πατέρας σου, όλα τ' αδέλφια σου, αντί να σε μοιρολογήσουν, αν πέσης για την Πατρίδα, θα μιμηθούν το παράδειγμα του Ξενοφώντος, το παράδειγμα της Σπαρτιάτισσας μητέρας, και αν για μια στιγμή κλάψουν και πενθήσουν, πάντα θα τούς παρηγορεί η αξιοθαύμαστη απόφασή σου, εφ' όσον εσύ, χωρίς καμμιά άλλη αιτία, παρά μέσα από την αγάπη, την φιλία και κάθε ησυχία, που σε περιβάλλουν, ξεκινάς εν τούτοις και τραβάς προς τον υπέροχο σκοπό... Αριστόδημε, ο Φοίνιξ σου φωνάζει: Μάχου υπέρ Πατρίδος. Μη διστάζεις με την σκέψη, ότι μπορεί να είσαι ο τελευταίος. Όρμα απάνω στον εχθρό σαν ένας Μακεδόνας, φτιάξε αργυρές ασπίδες, ξαναζωντάνεψε την αήττητη φάλαγγα. Τι το όφελος να καλοζής στά ξένα και να στερήσαι για πάντα την Πατρίδα σου;" Αυτά και άλλα παρόμοια μου είπε και χάθηκε με μιας. Μου είναι αδύνατον πια Θανασάκη μου, να μην υπακούσω στη φωνή της. Το απεφάσισα, ναι, το απεφάσισα, έχετε γεια. Σπεύδω προς τα ένδοξα πεδία των μαχών του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών... Δώσε κουράγιο στην μητέρα μας και διαβεβαίωσέ την, ότι σε μένα θα βρη ένα πραγματικό παλληκάρι και μάλιστα πολύ γρήγορα, έτσι μου λέει η Θεία Πρόνοια. Περιμένω πάλι μερικά γράμματά σας και τότε αναχωρώ, δηλαδή μετά το Πάσχα. Εν τω μεταξύ θα παρακαλέσω τον κ. Δουδούμη να αναλάβη τις εργασίες μας σύμφωνα με τις οδηγίες σου. Αλλά καλύτερα να έλθης μόνος εδώ αφού οπωσδήποτε είναι αυτού ο καλός μας Πατέρας. Τα εμπορικά βιβλία θα τα κλειδώσω μέσα στο σιδερένιο χρηματοκιβώτιο και προηγουμένως θα καταχωρίσω στον λογαριασμό μου ακόμα ένα ποσό από τριάντα χιλιάδας εικοσάρικα (εν πάσει περιπτώσει για να υποστηρίξητε τους φίλους εκεί που πρέπει) σαν να τα έχασα στο χρηματιστήριον. Αναχωρώ απ' εδώ με άλλους 12 Έλληνες και παίρνω μαζί μου επίσης και τον λογιστή μου, έναν άνδρα με άξία και ψυχή. Ο Νικολάκης, θέλει βέβαια να έρθη μαζί μου αλλά θα τον αφήσω εδώ. Θα σου ξαναγράψω μόλις αναχωρήσω. Έχε γεια αγαπημένε μου. Να είσαι χαρούμενος για την απόφασί μου και ευχήσου μια καλή έκβαση του θεϊκού σκοπού μου. Ο Αδελφός σου ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ Σημείωσις: Η επιστολή αύτη κατά τον ιστοριογράφον Πέτρον Πένναν προέρχεται από τα Κρατικά Αρχεία της Αυστρίας, η ανακάλυψις και δημοσίευσίς της κατά τον ανωτέρω, οφείλεται εις τον άλλοτε καθηγητήν του Γυμνασίου Σερρών Γεώργιον Λάγιον. Εφημερίς "Πρόοδος", 1-1-1964. Αξίζει να αναγνωσθή η ανωτέρω επιστολή από κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνόπουλο, διότι δίδει το μέτρον της θυσίας και αυτοθυσίας του ήρωος εις τον αγώνα της Εθνεγερσίας και το μέγεθος της προσφοράς της μεγάλης οικογενείας του Εμμανουήλ Παπά, της οποίας όλα τα μέλη προσεφέρθησαν εις τον βωμόν της ελευθερίας της Πατρίδος. Επιμέλεια Βασιλείου Παπαστεφάνου, Επιθεωρητού Δημοτ. Σχολείων Βας Εκπαιδευτικής Περιφερείας Σερρών. Σέρραι 1968